θεατρικός

θεατρικός
η , ό[ν] прям. , перен. театральный;

θεατρικό έργο — театральная постановка, пьеса;

θεατρική περίοδος — театральный сезон;

θεατρική παράσταση — театральное представление;

θεατρική χειρονομία — театральный жест


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "θεατρικός" в других словарях:

  • θεατρικός — ή, ο (AM θεατρικός, ή, όν, Α ιων. τ. θεητρικός) [θέατρο] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο θέατρο (α. «θεατρικός συγγραφέας» β. «θεατρική μουσική», Αριστοτ.) 2. μτφ. προσποιητός, επιδεικτικός, πομπώδης «θεατρική χειρονομία») 3. το ουδ. ως ουσ …   Dictionary of Greek

  • θεατρικός — θεᾱτρικός , θεατρικός of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θεατρικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται στο θέατρο: Θεατρικό έργο. – Θεατρικό κοινό. 2. προσποιητός, επιδεικτικός: Θεατρικό ύφος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σουμπρέτα — Θεατρικός όρος που προέρχεται από τη γαλλική λέξη soubrette και εξυπονοεί την πονηρή και τσαχπίνα νεαρή υπηρέτρια. Ο όρος αρχικά χρησιμοποιήθηκε στην κωμική όπερα (opera comique) αλλ’ έπειτα γενικεύτηκε στο ελαφρό θέατρο. Σ. ωστόσο λέγονται και… …   Dictionary of Greek

  • Γκάρικ, Ντέιβιντ — (David Garrick, Χέρφορντ 1717 – Λονδίνο 1779).Άγγλος ηθοποιός, θεατρικός συγγραφέας και θεατρικός επιχειρηματίας. Ο Γ. υπήρξε διάσημος για τις ερμηνείες του σε έργα του Σαίξπηρ. Πρωτοπαρουσιάστηκε σε ηλικία 24 ετών στο Λονδίνο, αρχικά σε έναν… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Γκούτσκοφ, Καρλ Φέρντιναντ — (Karl Ferdinand Gutzkow, Βερολίνο 1811 – Ζάξενχαουζεν, Φρανκφούρτη 1878). Γερμανός μυθιστοριογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Μετά το τέλος των σπουδών του στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, επιδόθηκε στη δημοσιογραφία στην εφημερίδα Literaturblatt… …   Dictionary of Greek

  • Ζιώγας, Βασίλειος — (Θεσσαλονίκη 1937 –). Δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας. Σπούδασε κινηματογράφο και θέατρο στη Βιέννη, όπου και εντάχθηκε στο λογοτεχνικό κίνημα του λετρισμού. Κατά τη δεκαετία του 1960 έζησε, αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη …   Dictionary of Greek

  • Ιονέσκο, Ευγένιος — (Eugéne Ionesco, Σλάτινα 1912 – Παρίσι 1994). Γάλλος θεατρικός συγγραφέας, ποιητής και δοκιμιογράφος, ρουμανικής καταγωγής. Άρχισε τη λογοτεχνική του σταδιοδρομία στο Βουκουρέστι δημοσιεύοντας στίχους (1931) και ένα φυλλάδιο με τον τίτλο Όχι!… …   Dictionary of Greek

  • Κνωσός — I Αρχαία πόλη της Κρήτης, 5 χλμ. ΝΑ του Ηρακλείου. Τα ερείπιά της καλύπτουν, με σχεδόν συνεχή κατοίκηση, μια εκτεταμένη χρονική περίοδο που ξεκινά από τα πρώτα νεολιθικά χρόνια (περ. 6000 π.Χ.) και τελειώνει στο τέλος της πρώτης βυζαντινής… …   Dictionary of Greek

  • Λιδωρίκης, Αλέκος — (Αθήνα 1907 – 1988). Θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Ήταν γιος του Μιλτιάδη Λιδωρίκη (βλ. λ.). Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως δημοσιογράφος (κριτικός και χρονογράφος), συνεργαζόμενος με τις μεγαλύτερες αθηναϊκές εφημερίδες …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»